Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

Fed Cup


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο fed παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: Fed | Cup
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: fed, feed

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Fed nUS, abbreviation (Federal Reserve Bank) (στις ΗΠΑ)Ομοσπονδιακή Τράπεζα Αποθεμάτων φρ ως ουσ θηλ
  Fed ουσ θηλ άκλ
Fed nUS, abbreviation, often plural (law: federal employee, esp. FBI)ομοσπονδιακός αξιωματούχος στις ΗΠΑ, κυρίως του FBI
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
feed [sb] vtr(give food to [sb])ταΐζω ρ μ
  τρέφω, θρέφω ρ μ
 (επίσημο)επισιτίζω ρ μ
 I need to feed the children.
 Πρέπει να ταΐσω τα παιδιά.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχει πέντε στόματα να θρέψει.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η τήρηση του Οδηγού Υγιεινής είναι απαραίτητη για μονάδες που επισιτίζουν μέχρι χίλια τριακόσια άτομα ημερησίως.
feed [sth] vtr(give food to an animal)ταΐζω ρ μ
 Helen feeds the dog every morning.
 Η Έλεν ταΐζει τον σκύλο κάθε πρωί.
feed [sb/sth] vtr(be a food source)τρέφω, θρέφω ρ μ
 (κυριολεκτικά)δίνω τροφή περίφρ
 (επίσημο)παρέχω τροφή περίφρ
 This farm feeds the entire village.
 Αυτή η φάρμα τρέφει ολόκληρο το χωριό.
feed [sb/sth] on [sth] vtr(give [sth] as nourishment) (κάποιον/κάτι με κάτι)ταΐζω ρ μ
 She feeds her chickens on a variety of scraps.
 Ταΐζει τις κότες της με μια ποικιλία από αποφάγια.
feed [sth] vtrfigurative (supply)τροφοδοτώ ρ μ
 This pipe feeds the radiator.
 Αυτός ο σωλήνας τροφοδοτεί το καλοριφέρ.
feed [sth] to [sth] vtr + prepfigurative (supply)προμηθεύω κτ σε κτ, παρέχω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  δίνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 (σε συσκευή)τροφοδοτώ κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 The operator feeds paper to the printing press.
 Ο χειριστής τροφοδοτεί το τυπογραφικό πιεστήριο με χαρτί.
feed n(food for animals)τροφή ουσ θηλ
  ζωοτροφή ουσ θηλ
 (συνήθως για κατοικίδια)φαγητό ουσ ουδ
 The farmer needs to buy more feed for her pigs.
 Η κτηνοτρόφος πρέπει να αγοράσει τροφή για τα γουρούνια της.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έδωσες στη γάτα το φαγητό της;
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
feed n(breastfeeding, bottle feeding)τάισμα ουσ ουδ
 (από το στήθος)θηλασμός ουσ αρσ
 The baby had a good feed this morning.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το μωρό ξύπνησε για το πρωινό τάισμα.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το μωρό ξύπνησε για τον πρωινό θηλασμό.
feed nUS, informal (meal)φαΐ, φαγητό ουσ ουδ
 I have to give the kids their feed, then we have to go to the pool.
feed n(supply mechanism)τροφοδοτικό επίθ ως ουσ ουδ
 There was a problem with the photocopier's paper feed.
feed n(broadcast)μετάδοση ουσ θηλ
 The live feed from New York has stopped working, so we are going to show some commercials.
feed on [sth] vi + prep(animal: eat)τρέφομαι με ρ αμ + μόριο
  τρώω ρ μ
 The animals feed on grass.
feed on [sth] vi + prepfigurative (ideas, fears) (μεταφορικά: αναπτύσσομαι)τρέφομαι ρ αμ
 Panic feeds on people's fears.
 Ο πανικός τρέφεται από τους φόβους των ανθρώπων.
feed [sth] vtrfigurative (gratify)τέρπω ρ μ
 (σε κάτι)προσφέρω ευχαρίστηση περίφρ
 Art feeds the spirit.
feed [sth] to [sb] vtrfigurative (supply) (κάποιον με κάτι)τροφοδοτώ ρ μ
 (κάτι σε κάποιον)παρέχω ρ μ
 The media feeds the news to people.
feed [sth] vtrfigurative (encourage)μεγαλώνω ρ μ
  ενισχύω ρ μ
 Don't say anything to feed his ego.
feed [sb] [sth] vtrfigurative (supply) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μ
 The assistant fed the actor his lines.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
feed back to [sb] vi phrasal + prep(report back to)δίνω αναφορά σε κπ περίφρ
Σχόλιο: The single-word form is used when the term is a noun
 Jamie always feeds back to his line manager in a timely manner.
 Ο Τζέιμι πάντα δίνει, εγκαίρως, αναφορά στον ιεραρχικά ανώτερό του.
feed back into [sth],
feed back to [sth]
vi phrasal + prep
(affect in turn)επηρεάζω ρ μ
  έχω αντίκτυπο σε κτ περίφρ
  επηρεάζω με τη σειρά μου περίφρ
 The results of the student survey feed back into future teaching practices.
feed into [sth] vtr phrasal insep(help to perpetuate)διαιωνίζω ρ μ
 (μεταφορικά)τροφοδοτώ ρ μ
 Too much praise really feeds into his need for constant approval from others.
feed off [sth] vtr phrasal insepfigurative (thrive thanks to)ευημερώ χάρη σε κάποιον άλλο ρ αμ
 The band fed off the energy of the crowd.
feed on [sth] vtr phrasal insepfigurative (eat [sth])τρέφομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 The tabloid newspapers feed on scandal.
feed [sth] up vtr phrasal sep(fatten: an animal)ταΐζω για να παχύνω ρ μ
 They would feed up their cattle before sending them for slaughter.
 Τάισαν τα βοοειδή για να παχύνουν πριν τα στείλουν για σφάξιμο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
fed | feed
ΑγγλικάΕλληνικά
bottle-fed adj(baby: given milk by bottle)που το ταΐζουν με το μπιμπερό περίφρ
breastfed,
breast-fed
adj
(given milk from breast)που έχει θηλάσει περίφρ
  που τον θηλάζουν περίφρ
 Doctors are researching whether breastfed babies behave differently from bottlefed babies.
corn-fed adjUK (poultry: raised on corn)που τρέφεται με καλαμπόκι περίφρ
corn-fed adjUS (beef: raised on corn)που έχει τραφεί με καλαμπόκι περίφρ
corn-fed adjUS, informal, figurative (naive, unsophisticated)αδαής επίθ
  απλοϊκός επίθ
  ανεπιτήδευτος επίθ
 (αποδοκιμασίας)χωριάτης επίθ
fed up,
fed-up
adj
informal (weary, exasperated)αγανακτισμένος μτχ πρκ
 (καθομιλουμένη)μπουχτισμένος μτχ πρκ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 You look fed up. What's wrong?
 Φαίνεσαι αγανακτισμένος. Τι συμβαίνει;
fed up with [sth],
fed up of [sth]
expr
informal (weary, exasperated)βαριέμαι ρ αμ
 (μεταφορικά)κουράζομαι με κτ, κουράζομαι να γίνεται κτ έκφρ
 (καθομιλουμένη)μπουχτίζω με κτ ρ αμ + πρόθ
 Audrey was fed up with the bad weather.
 Fed up of being sent from one office to another, Joan lost her temper.
 Η Ώντρεϋ είχε βαρεθεί την κακοκαιρία.
 Η Τζόαν κουράστηκε να τη στέλνουν από το ένα γραφείο στο άλλο και ξέσπασε.
fed up,
fed-up
adj
informal (expressing exasperation)που δείχνει ότι δεν αντέχω άλλο περίφρ
  που δείχνει ότι έχω μπουχτίσει περίφρ
  απογοητευμένος μτχ πρκ
 Megan gave a fed-up sigh.
be fed up to the back teeth of doing [sth],
be sick to the back teeth of doing [sth]
v expr
figurative, informal (be exasperated by [sth] repeated)είμαι έως εδώ με κτ έκφρ
  κτ με έχει φέρει ως εδώ έκφρ
Σχόλιο: also "with doing sth"
 She said angrily that she was fed up to the back teeth of hearing us bicker.
force-fed adj(animal, person: fed against will)που τον ταΐζουν με το ζόρι περίφρ
grass-fed adj(animals: allowed to forage)που τρέφεται με χόρτο, που σιτίζεται με χόρτο περίφρ
ill-fed adj(under-nourished)που δεν τρέφεται σωστά περίφρ
  που υποσιτίζεται περίφρ
  υποσιτισμένος μτχ πρκ
 The children at the boarding school were very ill-fed—they were never given breakfast, and the dishes rarely contained meat.
spoon-fed adj(infant: given food by spoon) (για μωρά)που τον ταΐζουν με το κουτάλι περίφρ
well fed,
well-fed
adj
(plump) (μεταφορικά)καλοταϊσμένος επίθ
 (μεταφορικά)καλοθρεμμένος επίθ
  θρεμμένος επίθ
  τροφαντός επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Fed Cup στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Fed Cup».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!